Αρκάτοι σε μια τάβλα καθισμένοι,
μ' ένα σαντορινιό κρασί στη μέση…
Κοντός ψαλμός, πολύ δε θα προσμένει,
της νύχτας το μαγνάδι για να πέσει…
Εκειό το φέξο, άναψ' το, - τι καρτεράς; -
στο θάμπος, η σκοτίνια να σκορπίσει…
Το ξέρεις, ότι σφάζει ο μακαράς
της θύμησης, στη σκιά, σα ξεστρουφίσει…
Εχτός, κι αν σε φοβίζουν οι μακριές σκιές,
που λιμαχτά τα δάχτυλα θ' απλώσουν,
στις μεινεμένες της ψυχής μας χαρακιές,
κι οι πρόστυχες στεγνά θα μας προδώσουν…
Ε, κάτ' απ' το στεγνό μισάρι, ας καίει,
κι άσε τον αη-Ματθαίο τους να λέει…
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem