Όταν αμνάδες ανοιχτούν, να βγουν σε βελαόρες,
μέσα στις λάκκες στήνουνε, τρανό χορό οι λύκοι,
σαν δεν ακούν κυπρί βραχνό, σαν νιώσουν ζαϊφλίκι,
πως έπεσε στ' αργόπορο γκεσέμι τέτοιες ώρες.
Πάνω στην άλαλη κοπή, θα πέσουν σαν τις μώρες,
τις μαύρες, και θα στήσουνε, του χάροντα τσιφλίκι.
Η αφυλαξιά π' οσμίζονται, τους βγάζει νταηλίκι,
και σαν χορτάσουν φονικό, θα κόψουν ανηφόρες.
Μα σαν γροικούν πρατόσκυλο, αλέστο για τ' αγρίμια,
να γαυριάζ' ανήμερο, και ν' αλυχτάει λυσσώντας,
και του βοσκάρη χούγιασμα, μέσα στα στενορύμια.
Στα σκέλια θε' να βάλουνε, τις κούδες τα χρασίμια,
κι από μακριά θα γλείφονται, πικρά λιμοκτονώντας,
φλώριες μηλιόρες βλέποντας, να κάνουνε τσαλίμια.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem
Not a sonnet. Sonnets have 10 (English) or 11 syllables (Italian, Greek) .