Πάντα λισβή από καρπό, κείν' η ελιά στη μάντρα,
κι ας ήταν από φυλλωσιά, απανωπροικισμένη.
Μόνο σκιανάδα έδινε, η στραβομπολιασμένη,
κι οι έρμες κελαηδότσιχλες, ζητιάνευαν μια χάντρα.
Μα δυο κλωνιά της ήτανε, του παιχνιδιού υφάντρα,
αφού δυο κρίκοι κρέμονταν, εκεί αρμαθιασμένοι,
από καννάβινα σκοινιά, κομμάτι σκουριασμένοι,
που για τ' αγόρια γίνονταν, συνερισιάς φιλάντρα.
Όταν πιανόμασταν εκεί, ο ίδρωτας τα μάτια,
μας τα σκοτείνιαζ' αρμυρός, και γύριζε τ' ασπράδι.
Τα μπράτσα μας ανάβανε, κι οι ώμοι μας κομμάτια.
Όταν τελεύαμ' ήμασταν, σαν τ' αχυροδεμάτια.
Από τις έλξεις τις πολλές, μας έβγαινε το λάδι…
Και της ελιάς πληρώναμε, τ' απλήρωτα γραμμάτια.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem