Το ‘χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά για σένα,
μες στα προσήλια ξέφωτα, που ‘ναι κιτρινισμένα,
απ' ανθεμίδες χρυσωπές και θραψερά καρπόνια,
που παπαρούνες φλόγινες ξενίζουν με συμπόνοια.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά με στίχους,
πλεξιές, απ' της νεροσυρμής, τους σιγαλούς τους ήχους,
και να σε φέρνει στο μυαλό, όπως, με μιας, αφρίζει,
της ρίχτρας βιαστικό νερό, π' απογκρεμιές αγγίζει.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά κρυμμένη,
στων σφενταμιών το ρίζωμα, που φτέρη ξαποσταίνει,
και με τα ρίγη των κλαδιών, π' αγέρι αναδεύει,
τις ώρες που φωτοσυρμή, τις κορμαριές χαϊδεύει.
Το 'χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά με χρώμα,
παρμένο απ' τα πούλουδα, που νέμονται το χώμα,
και με τα ρέγκια του νερού, που ‘ν' κλαίουσας καθρέφτης,
που την ελάβωσε θαρρείς, έρωτας καρδιοκλέφτης.
Το 'χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά με ρίμες,
π' αρπάζει απ' του ποταμού, τις άσβεστες τις μνήμες,
νωχελικά σαν σέρνεται, μες στα λιβαδοτόπια,
των ελατιών αφήνοντας βαθύσκια δασοτόπια.
Το χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά σε μέρη,
που σερπετά αργέβουνε, σε ήλιο σκορποχέρη,
κι αλλού, που γυροποταμιές, ασπρίζουν απ' το χιόνι,
και καταβόθρες των βουνών, προσμένουν χελιδόνι.
Το χει συνήθειο η σιωπή, να μου μιλά με νότες,
για τις φορές που έψαχνες, για της αγάπης ρότες,
κι αποσταμένη έγερνες, στα χόρτα το κεφάλι,
τις μαργαρίτες σφίγγοντας, με πάθος στην αγκάλη.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή να μου μιλά για νάνους,
μ' άσπρο σκουφί, και γίγαντες που θέλγουνε σαμάνους,
και να ζητά να βαφτιστώ, στης λήθης τ' αγιασμένα,
νερά, που καθαρίζουνε, μεράκια στοιχειωμένα.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή να μου μιλά για ώρες,
που με πλεξούδες κομπωτές, σε συντροφεύαν κόρες,
κι άλλες που με λυτά μαλλιά, απλοχερίζαν χάμω,
στεφανωμένες λούλουδα, από του Μάη το γάμο.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή να μου μιλά για ζούδια,
που διαγουμίζουν άπληστα της άνοιξης λουλούδια,
κι αδιαφορούν για χρώματα που τη ματιά πλανεύουν,
μον' έχουν αίστησες κρυφές, και μον' αυτές πιστεύουν.
Το ‘χει συνήθειο η σιωπή να μου μιλά για δείλια,
που δίνουνε χλιαρά φιλιά, με μαραμένα χείλια,
στην πλάση, μες στο λιόγερμα, και θώρια π' αργοσβήνουν,
κι ελόγου μου, στην αίστηση της μοναξιάς, μ' αφήνουν.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem