Δύο γαρίφαλα μαβιά, εφτάϊδια στην όψη,
από κλαράκι δίζυγο, λουλούδισαν με χάρη,
στο μισιακό μου το μπαξέ, έναν γλυκό Γενάρη,
και δέουμαν ολόψυχα, χέρι να μην τα κόψει.
Όμως, δεν ήτανε γραφτό, η ευχή μου να προκόψει,
Η μοίρα που ψυχομετρά, σ' ανήλιαγο κελάρι,
ζήλεψε τη γαριφαλιά κι έγραψε να την πάρει.
Κι έστειλε χάρο θεριστή, να τηνε πετσοκόψει.
Εκείν' η κακορίζικη, που πριν να της χρονίσουν
έπαψε να τα χαίρεται, τα δυο της τα βλαστάρια,
από ψηλά εκόβονταν, το ποιοι θα τα φροντίσουν.
Και στο δελφίνιο έστειλε, να παν' να του μηνύσουν
να ‘χει αυτό την έγνοια τους, στης χειμωνιάς φεγγάρια,
και, Μάνα, μες στον ίσκιο του, θε' να τ' ονοματίσουν.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem