Γαρίφαλα (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,18) Poem by Konstantinos Arvanitis

Γαρίφαλα (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,18)

Δύο γαρίφαλα μαβιά, εφτάϊδια στην όψη,
από κλαράκι δίζυγο, λουλούδισαν με χάρη,
στο μισιακό μου το μπαξέ, έναν γλυκό Γενάρη,
και δέουμαν ολόψυχα, χέρι να μην τα κόψει.

Όμως, δεν ήτανε γραφτό, η ευχή μου να προκόψει,
Η μοίρα που ψυχομετρά, σ' ανήλιαγο κελάρι,
ζήλεψε τη γαριφαλιά κι έγραψε να την πάρει.
Κι έστειλε χάρο θεριστή, να τηνε πετσοκόψει.

Εκείν' η κακορίζικη, που πριν να της χρονίσουν
έπαψε να τα χαίρεται, τα δυο της τα βλαστάρια,
από ψηλά εκόβονταν, το ποιοι θα τα φροντίσουν.

Και στο δελφίνιο έστειλε, να παν' να του μηνύσουν
να ‘χει αυτό την έγνοια τους, στης χειμωνιάς φεγγάρια,
και, Μάνα, μες στον ίσκιο του, θε' να τ' ονοματίσουν.

Sunday, December 2, 2018
Topic(s) of this poem: flowers,life and death,mother
POET'S NOTES ABOUT THE POEM
Είκοσι χρόνια πριν, τον Γενάρη του '98, απέκτησα δίδυμες κόρες. Τον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, η μητέρα τους "έφυγε" εντελώς ξαφνικά για τη γειτονιά των αγγέλων. Τρία χρόνια μετά, στη ζωή μου ήλθε, η τωρινή μου σύζυγος, που είναι για τις δίδυμες, απλά η "Μαμά"... Ο Θεός να την ευλογεί...
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success