Αχ, μυγδαλιά μου πως βαστάς, με τόσ' ανεμοζάλη
και τα ροδόλευκα σ' ανθιά, αντέχουν στο μπουρίνι;
Η λεύκα η μπατάλισσα, χορεύει πεντοζάλη,
κι εσύ μου στέκεσαι εδώ, ντυμένη στο καντίνι.
Στου κλαδεφτή του μισερού, μες στη μεσιά, πως τάχα
έβγαλες μυριστούς ανθούς, σα δροσερή παρθένα;
Δεν είδες μέσα στο μπαξέ, γυμνά κλαριά μονάχα,
τ' άλλα δεντριά να κουβαλούν, να μοιάζουν πεθαμένα;
Ήθελες, μήπως, λεμονιά κοντούλα, να προφτάσεις,
οπού την έχ' η άνοιξη, νυφούλα στολισμένη;
Μη ζήλεψες τ' αγιόκλημα, κι ήθελες να του μοιάσεις,
που έχ' αγκάλη σερπετή, κι απλώνει μυρωμένη;
Βιάστηκες, και η μοίρα σου, - μακάρι να ‘βγω ψεύτης -
θαρρώ πως θα ‘ναι δίπλα τους, με τ' άνθη σου ριγμένα
να στέκεις με παράπονο, λες κι επιδέξιος κλέφτης,
ξεγύμνωσε τα κάλλη σου, που σβήσαν γελασμένα.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem