Αν έρθουνε, αρχόντισα, στον κήπο σου αηδόνια,
άστα να στήσουν τη φωλιά, στων γιασεμιών τα κλώνια.
Μα μην αφήσεις να ξαργούν, μον' πέστους να βιαστούνε,
σταλμένα είν' από τα με, τραγούδια να σου πούνε.
Κι αν έρθουν στο μπαλκόνι σου, σπαθάτα χελιδόνια,
να βγεις να τα καλοδεχτείς, να δείξεις τους συμπόνια.
Σου στέλνω κανελί γεσμί, με τους δικούς τους κόπους,
να το 'χεις φυλαχτάρι σου, στης λησμονιάς τους τόπους.
Κι αν, κάποτες, φανεί, κυρά, ανάλαφρο ξεφτέρι,
να 'χει στην καγκελόπορτα, στημένο το καρτέρι,
τα περιστέρια μη νοιαστείς, κι άπονα τ' αρατίσεις,
κάν' τα βραχιόνια σου φωλιά, μέσα για να το κλείσεις.
Σαν το ξετάζεις πώς περνώ, μ' ανάγλυκα τα χείλη,
δέσε τριγύρω στο λαιμό, μεταξωτό μαντήλι.
Κι αν σου γελάσει, μελανό, να βάψεις το μετάξι,
κι αν σου δακρύσει, τρίχρωμο, έτσι το ‘χω διατάξει.
Και τον πανσέ που 'ν' στου μπαξέ, τη μυστική την άκρη,
άμα βαγίσει, πότισ' τον με νόστιμό σου δάκρυ...
Κι αν προσγελάσει, ξέχνα με, και μην προσμένεις θάμα,
ήταν γραφτό να μαραθεί, στης πίκρας σου το κλάμα…
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem