Να κάθεσαι και να κοιτάς, τον κόσμο που τριγύρω,
ζητά ν' αλλάξει, με τη βια, της μοίρας του τον κλήρο
είναι μια τέχνη που ζητά χρόνους να τήνε μάθεις,
τι στον τροχό είν' ο πηλός, σκληρός σαν τόνε πλάθεις.
Μόνον οι γέροι το μπορούν, σιμοτινοί να στέκουν,
αμίλητοι και να κοιτούν, μακάρια, τα που πλέκουν,
μερόνυχτου οι σφάλλαγες, στη ζήση των ανθρώπων,
τι έχουν καθώς φαίνεται το μάτι των Κυκλώπων.
Οι νιοί, οι ανυπόμονοι, μ' αυθάδικα τα τζένια
χυμούν να σπάσουν τη σιωπή, βουτώντας στην αγένεια.
Μα θα το νιώσουν, κάποτες, πως είναι αμαρτία,
να κουρελιάζεις, τη σιωπή, με πρόφαση αστεία.
Τι είν' καθάρια η σιωπή, κι ας είν' θολά τα μάτια,
και σε ποτήρι άγιο, σμίγει σκόρπια κομμάτια,
και μοναχά οι που 'χουνε, ανάμεσό τους, χάρη
της ανοχής στα σιωπηλά, στέργουν να στήνουν σμάρι...
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem
Και μετά λέω πως εγώ γράφω ποιήματα....Έξοχο!